Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

Έγκλημα (Άκη) και τιμωρία

"Ανδρός πεσούσης, πας ανήρ ανδρεύεται", όπως λέει και ο κ. Μιχελογιαννάκης:



Όλοι έχουν γίνει, τα τελευταία δύο ή τρία χρόνια, τιμητές του κου. Τσοχατζόπουλου, ο οποίος συνελήφθη σήμερα με την κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Παρ' όλο που οι ενδείξεις για πλουτισμό που δεν μπορούσε να δικαιολογήσει η καριέρα του ήσαν εμφανείς ήδη εδώ και τουλάχιστον μία δεκαετία, το πολιτικό και κυρίως δημοσιογραφικό σύστημα απέφευγε να επισημάνει τις ενδείξεις για παράνομη κτήση περιουσιακών αγαθών από τον κο. Τσοχατζόπουλο. Και τώρα, που έχει συλληφθεί αλλά δεν έχει καταδικασθεί, όλοι ξαφνικά ανακαλύπτουν στον πρόσωπό του την απόλυτη διαφθορά, ό,τι κακό υπάρχει στο πολιτικό σύστημα.

Πολιτικοί του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας, που είχαν για σημαντικά χρονικά διαστήματα κομβικά υπουργεία, αποχώρησαν και ουδέποτε ελέγχθηκαν. Κανένας δημοσιογράφος δεν απορούσε τότε. Αλλά όταν ξέρουμε τη διασύνδεση εκδοτών - εργολάβων δημοσίων έργων, αλλά προσπαθούμε να καταπολεμήσουμε τη διαπλοκή με τους ερασιτεχνισμούς περί "βασικού μετόχου", είναι προφανές ότι και η δημοσιογραφική έρευνα θα είναι επιδερμική, στην καλύτερη περίπτωση, προσχηματική στη χειρότερη.

Είναι εύκολο σήμερα όλοι να κάνουμε ότι χαιρόμαστε με τη σύλληψη του κου. Τσοχατζόπουλου, σημασία θα έχει να επισημαίνουμε προληπτικά συμπεριφορές αντίστοιχες σήμερα.

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Από πού βρίσκονται τα χρήματα των κομμάτων;

Ένα ερώτημα, που θα μπορούσε να αποτελέσει το θέμα σεμιναρίου πολιτικής επιστήμης, στην Ελλάδα δεν μπορεί να ξεφύγει από ένα συσχετισμό με την κατάντια του πολιτικού συστήματος και, ιδίως, με την υποκρισία που περισσεύει στα δύο μεγάλα κόμματα. Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα έχουν ως βασικό έσοδο την επιχορήγησή τους από το κράτος. Η επιχορήγηση αυτή είναι ιδιαιτέρως γενναία (περίπου 10 ευρώ ανά ψήφο, όταν η αντίστοιχη αναλογία στη Γερμανία είναι 0,70 ευρώ - 70 λεπτά! - ανά ψήφο)*, αλλά ούτε κι αυτή αρκεί στα κόμματα. Τα ελληνικά πολιτικά κόμματα επιπλέον δανείζονται σημαντικά χρηματικά ποσά από πιστωτικά ιδρύματα (κυρίως την Αγροτική Τράπεζα) και χρωστούν σήμερα σε τράπεζες περίπου 250 εκατομμύρια ευρώ. Πέρα από αυτά, υπάρχουν κι άλλοι «νόμιμοι» τρόποι, με τους οποίους ενισχύονται από το κράτος (λ.χ. με διάθεση αποσπασμένων δημοσίων υπαλλήλων). Δικαιολογούν αυτά τα υπέρογκα ποσά, αναφέροντας ότι είναι απαραίτητα για την ορθή λειτουργία της δημοκρατίας και για να μην εξαρτώνται από μεγάλα συμφέροντα.

Πρόκειται για μία στάση τόσο εμφανώς υποκριτική, που απορεί κανείς πώς εξακολουθούν να τολμούν τα κόμματα να την διατηρούν. Οι υπέρογκες επιχορηγήσεις δεν έχουν γλιτώσει τα κόμματα από φακελάκια (βλ. υποθέσεις Τσουκάτου και Μαντέλη), ούτε φαίνεται να έχουν οδηγήσει σε ουσιαστική καταπολέμηση της διαφθοράς. Αντιθέτως, έχει λειτουργήσει, ώστε να δώσει σημαντικά αθέμιτα πλεονεκτήματα στα κόμματα του συστήματος σε σχέση με οποιονδήποτε μπορεί να τα απειλήσει. Με δικά μας χρήματα, εκτός από τους κομματικούς στρατούς που τρέφουν (το κάθε ένα από τα δύο μεγάλα κόμματα έχει τουλάχιστον 250 υπαλλήλους, όσους και ένα μεγάλο γερμανικό κόμμα, όπως το SPD), μπορούν να ξοδεύουν για διαφήμιση και προβολή, η οποία δεν τους στοιχίζει τίποτε. Επίσης, έχουν ήδη εκχωρήσει τις μελλοντικές επιχορηγήσεις τους ως εξασφάλιση των δανείων που λαμβάνουν από τις τράπεζες. Φυσικά, αξιοποίησαν την κοινοβουλευτική τους πλειοψηφία, προκειμένου να αποφύγουν να πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους και να ξεφύγουν την εκχώρηση που έχουν ήδη παραχωρήσει, ορίζοντας ότι οι δόσεις των επιχορηγήσεων που θα εκταμιευθούν θα είναι ακατάσχετες και ανεκχώρητες.

Δημόσια χρηματοδότηση, που προβάλλεται ως αναγκαία για τη διατήρηση της διαφάνειας στην πολιτική ζωή, σημαίνει ότι τα κόμματα που έχουν την πλειοψηφία έχουν το μαχαίρι και το πεπόνι. Αποφασίζουν να χορηγήσουν στους εαυτούς τους κάθε προνόμιο που φαντάζονται. Είχαν προτείνει στο όχι και πολύ μακρινό παρελθόν να είναι η χρηματοδότηση των κομμάτων αποκλειστικά δημόσια - με αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο θα έγιναν στους εαυτούς τους τεράστια χρηματικά ποσά, αλλά θα απέκλειαν και την ιδιωτική χρηματοδότηση, τις συνδρομές ή τη συμμετοχή των μελών, στα υπόλοιπα κόμματα. Αν με το σημερινό σύστημα οι καταχρήσεις είναι τόσο έντονες, μπορεί εύκολα κάποιος να καταλάβει τι έχει να γίνει, εάν αποκλεισθεί η ιδιωτική χρηματοδότηση. Και δεν πρέπει και να ξεχνάμε και το εξής: ότι τα χρήματα των κομμάτων είναι απαραίτητα, για να μπορέσουν αυτά να προβάλουν τις θέσεις τους ή, ειδικά για τα νεοπαγή κόμματα, για να αποκτήσουν στοιχειώδη αναγνωρισιμότητα, για να έχουν τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν τις θέσεις τους στο εκλογικό σώμα. Έτσι, η ασφυξία που θα επιβαλλόταν (ιδίως στα κόμματα εκτός συστήματος) με την απαγόρευση της ιδιωτικής χρηματοδότησης θα είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορέσουν αυτά ποτέ να επικοινωνήσουν πραγματικά με τους ψηφοφόρους.

Ποιος έχει να κερδίσει από αυτή την κατάσταση; Οι ψηφοφόροι, στους οποίους δεν θα μπορέσουν τα εκτός συστήματος κόμματα να μεταφέρουν τις θέσεις τους; Το δημόσιο; Όχι βέβαια. Θα ήταν μία ρύθμιση σκανδαλωδώς ευνοϊκή υπέρ των κομμάτων που σήμερα είναι στην εξουσία και που έχουν συμφέρον να αποτρέψουν με κάθε μέσο να ακούγονται φωνές των λοιπών κομμάτων. Ειδικά μετά την τελευταία τροπολογία για τη χρηματοδότηση των κομμάτων, είναι σαφές: δημόσια χρηματοδότηση σημαίνει διαιώνιση της κυριαρχίας των κομμάτων που ήδη νέμονται και σπαταλούν (προς όφελός τους) το δημόσιο χρήμα. Εξακολουθείτε να τους εμπιστεύεσθε;

* Η Δράση και η Φιλελεύθερη Συμμαχία έχουν δεσμευθεί ότι, εάν τους δοθεί κρατική επιχορήγηση, θα παραιτηθούν από αυτήν στο βαθμό που υπερβαίνει τα 0,70 ευρώ ανά ψήφο που έλαβαν στις εκλογές.

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

ΠΝΟ - ή περί απεργιών και "περιφρουρήσεως" αυτών

Εξακολουθεί να μην εξευρίσκεται λύση στο ζήτημα της προαναγγελθείσας απεργίας της Πανελλήνιας Ναυτικής Ομοσπονδίας. Εκφράζονται φόβοι ότι, εάν πραγματοποιηθεί η απεργία, θα νεκρώσει η κίνηση από και προς τα νησιά της χώρας, θα επέλθει μεγάλο πλήγμα στον τουρισμό και στους παραγωγούς γεωργικών προϊόντων, τα οποία δεν θα φθάσουν εγκαίρως στα σημεία διαθέσεώς τους προς τους καταναλωτές. Το ζήτημα της νόμιμης κήρυξης της απεργίας ή της τυχόν καταχρηστικότητάς της έχει σημασία. Ακόμη μεγαλύτερη σπουδαιότητα, όμως, έχει ένα άλλο στοιχείο που παρατηρείται σε πολλές απεργιακές κινητοποιήσεις: η λεγόμενη "περιφρούρησή" τους, δηλαδή η επέμβαση των απεργών (συνήθως και πολλών άλλων, που δεν έχουν σχέση με την ίδια την απεργία) που αποτρέπει, διά της βίας, τη λειτουργία μιας επιχείρησης ή την παροχή μιας υπηρεσίας προς το κοινό. Ποιος δεν θυμάται μέλη της ΠΝΟ και του ΠΑΜΕ να στέκονται στους καταπέλτες των πλοίων, εμποδίζοντας τον απόπλου τους; Αντίστοιχο φαινόμενο παρατηρήθηκε τις προάλλες με οδηγούς ΚΤΕΛ που έκαναν "μπλόκο", εμποδίζοντας τα λεωφορία να ξεκινήσουν το δρομολόγιό τους. Επίσης, οι ανθρώπινες αλυσίδες που συχνά δημιουργούνται έξω από διάφορες βιομηχανίες ή άλλους χώρους επιχειρήσεων, που εμποδίζουν την είσοδο σ' αυτές του προσωπικού που δεν απεργεί.

Πρόκειται για ένα φαινόμενο παρανομίας, που δεν έχει καμμία σχέση με την απεργία. Η απεργία είναι ένα ατομικό δικαίωμα που ασκείται συλλογικά, δηλαδή ο καθένας είναι ελεύθερος να απεργήσει (εάν έχει την κάλυψη μιας συνδικαλιστικής οργάνωσης) ή να μην απεργήσει και δεν μπορεί να του επιβληθεί ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Απεργία σημαίνει αποχή από την εργασία. Δεν σημαίνει παρεμπόδιση άλλων να εργασθούν ή της επιχείρησης να λειτουργήσει. Ενέργειες σαν κι αυτές των ανθρωπίνων αλυσίδων συνιστούν παράνομη βία και, ουσιαστικά, ακυρώνουν το πραγματικό δικαίωμα της απεργίας, αφού στερούν από όσους επιθυμούν το δικαίωμα να εργασθούν.

Αυτό χρειάζεται να γίνει κατανοητό. Όποιος κινείται δικαστικώς κατά αυτών που παρεμποδίζουν την είσοδό του στο χώρο εργασίας του, διαφυλάσσει το δικό του δικαίωμα στην εργασία και το δικό του δικαίωμα στην απεργία, που συνίσταται στη μη-συμμετοχή του σε μία απεργία, στην οποία δεν συμφωνεί. Δεν προσβάλλει το δικαίωμα στην απεργία όσων επιθυμούν να απεργήσουν, διότι το δικαίωμά τους αυτό φθάνει μέχρι του σημείου να μην προσέλθουν στην εργασία, όχι να επιβάλουν τη βούλησή τους σε όλους τους συναδέλφους τους. Αλλά και ο επιχειρηματίας ή ο δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας που ζητεί την επέμβαση της αστυνομικής δύναμης για να ξεπεράσει ένα τέτοιον αποκλεισμό, δεν πλήττει κανένα δικαίωμα ούτε "ποινικοποιεί" τους αγώνες των εργαζομένων. Ποινικοποίηση υπάρχει όταν κάτι που ήταν μέχρις ενός σημείου νόμιμο, καθίσταται παράνομο. Όχι όταν καταστέλλεται η παράνομη δραστηριότητα. Η απεργία, όπως και κάθε μορφής κινητοποίηση, πρέπει να έχει ως όριο τους νόμους.

Αφήνοντας κατά μέρος τις δυσμενείς συνέπειες που έχει κάθε τέτοιας μορφής κινητοποίηση για τους εμπλεκομένους (τους επιβάτες που δεν θα ταξιδέψουν, τους αγρότες που δεν θα μπορέσουν να διαθέσουν το προϊόν του μόχθου τους), κυριότερο θύμα αυτής της πρακτικής είναι το ίδιο το κράτος δικαίου, η νομιμότητα. Οι αστυνομικές αρχές που δεν επεμβαίνουν, μολονότι καλούνται προς τούτο, μολονότι διαπιστώνουν τη διάπραξη αυτοφώρων αδικημάτων, δεν είναι "ουδέτερες", όπως συχνά διατείνονται. Δεν είναι ουδετερότητα ένα όργανο της τάξεως να μη διαλέγει μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας. Διαπράττουν παράβαση καθήκοντος και πρέπει κάποτε να τεθούν και αυτές προ των ευθυνών τους. Διαφορετικά, η τήρηση της στοιχειώδους νομιμότητας στη χώρα μας θα παραμείνει γράμμα κενό.

Κυριακή 8 Απριλίου 2012

Η Δράση και το Μνημόνιο 2

Είναι της μόδας ο διαχωρισμός των πολιτικών κομμάτων σε μνημονιακά και αντιμνημονιακά. Το ερώτημα "αποδέχεσθε το μνημόνιο" είναι, όμως, απλουστευτικό και παραπλανητικό. Απλουστευτικό, διότι μολονότι το μνημόνιο (και, ειδικότερα, το μνημόνιο 2 που είναι και πιο πρόσφατο) περιέχει πολλές ρυθμίσεις σε πολλά επίπεδα, το ερώτημα τίθεται συλλήβδην για όλες τις ρυθμίσεις του. Παραπλανητικό, διότι το μνημόνιο 2 (όπως και το αρχικό) συνδέθηκε με την παροχή δανειακής στήριξης του ελληνικού κράτους από τους εταίρους μας, οπότε η απάντηση στο ερώτημα συναρτάται, κατ' ανάγκην, με την αποδοχή ή απόρριψη της αναγκαιότητάς του εν όψει του ενδεχομένου χρεωκοπίας ή, βαθύτερα, της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας.

Έτσι, ως προς το δεύτερο σκέλος η απάντηση είναι σαφής: όποιος αποδέχεται την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας και επιθυμεί να μην πτωχεύσει αυτή άμεσα, ώστε να υπάρξει ο απαιτούμενος χρόνος δια τις απαραίτητες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, που θα ξαναβάλουν την ελληνική οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης, κατ' ανάγκην αποδέχεται και το μνημόνιο. Ακόμη κι εάν εύχεται να ήταν διαφορετικό, απετέλεσε τον όρο για το δανεισμό της χώρας μας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τα κράτης της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Χωρίς αυτό, η χώρα μας δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τις εντελώς άμεσες δανειακές της και θα κήρυττε άτακτη στάση πληρωμών. Έτσι, θα αποβαλλόταν ουσιαστικά από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, θα υποχρωνόταν να επιστρέψει στη δραχμή και θα κατέληγε σε καταστάσεις απίστευτης φτώχειας και αθλιότητας για το λαό της. Συνεπώς, δεν τίθεται δίλημμα - γι' αυτό και η Δράση υποδέχθηκε με ανακούφιση την υπερψήφιση του δευτέρου μνημονίου, όχι επειδή συμφωνούσε κατ' ανάγκην με το περιεχόμενό του.

Ως προς το περιεχόμενο του δευτέρου μνημονίου πρέπει να παρατηρηθεί ότι περιλαμβάνει αρκετές από τις διαρθρωτικές αλλαγές που είναι απαραίτητες για την ανόρθωση της ελληνικής οικονομίας - από την κατάργηση διαφόρων φόρων υπέρ τρίτων ή επιβεβλημένες ιδιωτικοποιήσεις, απορρύθμιση κάποιων αγορών, κατάργηση υποχρεωτικών δικηγορικών παραστάσεων σε κάποιες πράξεις, δραστικός περιορισμός προσλήψεων. Αυτές δεν μπορεί παρά να τις υποδεχθούμε θετικά. Όμως για τη βασική δημοσιονομική στόχευσή του, τη μείωση των ελλειμμάτων, περιλαμβάνει κυρίως προβλέψεις σχετικές με τη φορολογία και όχι αρκετές για τις δαπάνες. Οι δαπάνες μειώθηκαν μέσω οριζοντίων περικοπών και όχι με ουσιαστική μείωση του κράτους, δηλαδή προσφέρθηκε μία προσωρινή ανακούφιση (εις βάρος δικαίων και αδίκων) και δεν κινηθήκαμε προς την κατεύθυνση μιας πραγματικής μεταρρύθμισης. Ακόμη χειρότερη είναι η εμμονή σε φορολογικά μέτρα, τα οποία πλήττουν κυρίως την αγορά και ακυρώνουν τις προοπτικές για την όποια ανάκαμψη.

Υπό την έννοια αυτή δεν συμφωνούμε με βασικές κατευθύνσεις του μνημονίου, μολονότι με ανακούφιση υποδεχθήκαμε την ψήφισή του. Παρ' ότι ήταν απαραίτητο, η κυβέρνηση που θα προκύψει από τις επόμενες εκλογές οφείλει από μόνη της να προχωρήσει στις απαραίτητες διαρθρωτικές αλλαγές και, κυρίως, στη μείωση του κράτους, ώστε να επέλθουν δημοσιονομικά αποτελέσματα τέτοια, που θα επιτρέψουν τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των επιχειρήσεων και των πολιτών. Η μείωση του κράτους είναι αναγκαία, αλλά όχι ικανή, συνθήκη για την τόνωση της αγοράς, την ανάπτυξη και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

Σάββατο 7 Απριλίου 2012

Η ανάλγητη μείωση του Δημοσίου

Πολλά είπε ο κ. Μάνος στη χθεσινή συνέντευξή του στην ΝΕΤ, με την κα. Έλλη Στάη. Εκτός από τη συζήτηση για την εθνική σύνταξη πολύς λόγος έγινε και για την ανάγκη δραστικής μείωσης του δημοσίου τομέα, "δίαιτας", όπως την περιέγραψε χαρακτηριστικά ο κ. Μάνος. Ο αριθμός που ο κ. Μάνος έδωσε πρόχειρα ως αριθμό υπαλλήλων, κατά τον οποίο χρειάζεται να μειωθεί το δημόσιο, είναι 400.000. Αυτό θεωρείται από πολλούς ως ψυχρή, ανάλγητη λογική. Όμως μια τέτοια θεώρηση παραβλέπει τόσο τις λεπτομέρειες της προτάσεως της Δράσης, όσο και τις τραγικές συνέπειες που έχει για όλη τη χώρα, ακόμη και για τους πιο φτωχούς συμπολίτες μας, η διατήρηση αυτού του τεράστιου κράτους. Ας τα δούμε ένα-ένα (με την "αναλγησία" στο τέλος).

1. Το δημόσιο τροφοδοτείται αποκλειστικά από τους φόρους και τα δανεικά. Τα δανεικά μας τελείωσαν, οπότε για τη συντήρηση του δημοσίου απαιτείται η αύξηση των φορολογικών εσόδων (την οποία η κυβέρνηση επιδιώκει να καλύψει μέσω αυξήσεως των φορολογικών συντελεστών). Όμως η αύξηση της φορολογίας είναι πλέον τέτοια, που οδηγεί πολλές επιχειρήσεις στο κλείσιμο και πάνω από 700.000 συμπολίτες μας στην ανεργία. Οι 700.000 αυτοί άνεργοι (που θα αυξηθούν) είναι η θυσία που πληρώνουμε ως κοινωνία, για διατήρηση αναλλοίωτου του τεράστιου δημοσίου.

2. Φόρους πληρώνουν όλοι, ακόμη και οι φτωχότεροι. Ο ΦΠΑ, ο φόρος στα καύσιμα, οι φόροι σε καθημερινές συναλλαγές επιβαρύνουν και τους πιο φτωχούς συμπολίτες μας. Έτσι, η συντήρηση του δαπανηρού κράτους πλήττει όλους ανεξαιρέτως. Είναι ηθικό αυτό; Χρήματα που ξοδεύονται και δεν έχουν ανταποδοτικότητα (έστω και στοιχειώδη) για κανένα έλληνα πολίτη είναι, στην ουσία, χρήματα πεταμένα. Η κατανάλωση μειώνεται, επειδή έχει επιβαρυνθεί με τους φόρους, και αυτό έχει επίσης ως αποτέλεσμα να κλείνουν επιχειρήσεις, που δεν έχουν πλέον πωλήσεις - και αυξάνεται η ανεργία κ.ο.κ. Ανάλγητος, επομένως, είναι όποιος επιθυμεί τη διατήρηση αυτής της κατάστασης και τη διαρκή αύξηση της ανεργίας στον ιδιωτικό τομέα - η οποία σύντομα, μαζί με τη μείωση της οικονομικής δραστηριότητας, θα εκμηδενίσει και τα φορολογικά έσοδα. Σε μία τέτοια περίπτωση το κράτος θα καταρρεύσει και το σύνολο των υπαλλήλων του θα απολέσουν, ουσιαστικά, τα εισοδήματά τους.

3. Τούτων δοθέντων, πρέπει να συμφωνήσουμε κατ' αρχήν (έστω και σε επίπεδο ευχής) ότι δεν μπορεί να διατηρηθεί το κράτος στο σημερινό μέγεθος ούτε ο σημερινός αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων. Τι έχει προτείνει η Δράση; Όσοι απολύονται να λαμβάνουν για 3 έτη το 70% των βασικών τους αποδοχών. Θα ξέρουν ότι έχουν ένα βασικό εισόδημα εξασφαλισμένο για μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο θα μπορούν να αναζητήσουν εργασία, να κάνουν κάποια επιχείρηση κ.λπ. Εννοείται ότι, αν βρουν εργασία στην τριετία, θα εξακολουθήσουν να λαμβάνουν αυτή τη μειωμένη μισθοδοσία, η οποία θα είναι το αντίστοιχο με την αποζημίωση λόγω καταγγελίας στον ιδιωτικό τομέα (παρεμπιπτόντως, σήμερα δεν προβλέπεται καμμία αποζημίωση για δημοσίους υπαλλήλους που χάνουν την εργασία τους, λόγω κατάργησης της θέσεώς τους). Παράλληλα, θα καταστεί εφικτό να μειωθούν σημαντικά οι φόροι, πράγμα που, σε συνδυασμό με άλλες μεταρρυθμίσεις (λ.χ. ασφαλιστικό), θα φέρει τόνωση στην αγορά, επενδύσεις, ανάπτυξη και πολλές νέες θέσεις εργασίας.


Συμπερασματικά, ανάλγητος είναι αυτός που θέλει να διατηρήσει μια κατάσταση, η οποία με μαθηματική βεβαιότητα θα οδηγήσει στην εξαθλίωση του ιδιωτικού, πρώτα, και του δημοσίου, πολύ σύντομα, τομέα. Το κράτος στο σημερινό του μέγεθος δεν είναι διατηρήσιμο. Υπηρεσίες χρήσιμες προσφέρει όποιος αναζητεί τον τρόπο της δραστικής του μείωσης με άμβλυνση, κατά το δυνατόν, των συνεπειών αυτής της μείωσης στους απολυομένους υπαλλήλους.


Addendum, 17 Απριλίου 2012: Οι αναφορές σε «αναλγησία» ξαφνικά επιτάθηκαν. Οι κοινωνικά ευαίσθητοι ισχυρίζονται ότι με μικρές μεταρρυθμίσεις, χωρίς απότομες κινήσεις, θα επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα, χωρίς εν τω μεταξύ να έχουν προκληθεί κοινωνικές αναταραχές. Παραβλέπουν, ωστόσο, ότι οι επιχειρήσεις κλείνουν με καταιγιστικό ρυθμό, η μία μετά την άλλη, οι άνεργοι στον ιδιωτικό τομέα αυξάνονται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Είναι «κοινωνικά ευαίσθητη« η διατήρηση αυτής της κατάστασης; Και υπάρχει κάποιος που περιμένει ότι, χωρίς να πάρει μπρος η αγορά, θα ανακοπεί το κύμα κλεισιμάτων επιχειρήσεων και απωλειών θέσεων εργασίας; Ή, περαιτέρω, ότι αυτό δεν θα προκαλέσει κοινωνική έκρηξη; Θα μπορούσε κανείς να συζητήσει περισσότερο ομαλό τρόπο προσαρμογής για τους δημοσίους υπαλλήλους που θα χάσουν τη θέση τους (λ.χ. να λαμβάνουν πλήρεις αποδοχές για δύο έτη χωρίς να εργάζονται ή κάτι καλύτερο), εφ' όσον πάντοτε έχουμε συγκεκριμένο χρονικό σημείο στον ορίζοντα, στο οποίο θα σταματήσει η μισθοδοσία τους. Αλλά όποιος δεν αποδέχεται την άμεση ανάγκη δραστικής μείωσης του κράτους, μάλλον θέλει απλώς να χαϊδεύει αυτιά.

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Εθνική σύνταξη - 700 ευρώ στα 67 έτη.

Η πρόταση της Δράσης για εθνική/ βασική σύνταξη στα 67 έτη, χωρίς προϋποθέσεις, δεν είναι μια πρόταση καινούργια. Σε αρκετές χώρες της δυτικής Ευρώπης εφαρμόζεται ένα σύστημα δύο ή τριών πυλώνων σύνταξης, εκ των οποίων ο ένας έχει καθαρά προνοιακό χαρακτήρα και δεν συνδέεται με αναπλήρωση του εισοδήματος που αποκτάται από την εργασία - πρόκειται για την εθνική σύνταξη, η οποία απονέμεται σε όλους τους πολίτες χωρίς προϋποθέσεις, πλην της συμπληρώσεως μιας ορισμένης ηλικίας.

Φυσικά, η πρόταση αυτή δεν αποκλείει τη λειτουργία μιας παράλληλης αγοράς για τη συνταξιοδοτική κάλυψη, αγοράς που μπορεί να είναι και ακόμη πιο ρυθμισμένη, με εντονώτερη κρατική εποπτεία, από τη συνήθη αγορά των ασφαλιστικών υπηρεσιών ("τρίτος πυλώνας" - ιδιωτική ασφάλιση). Παράλληλα, μπορεί με διάφορα κίνητρα να ενθαρρυνθεί η δημιουργία και λειτουργία ταμείων ομοιοεπαγγελματικής ασφάλιστης ("δεύτερος πυλώνας" - στην Ελλάδα υπάρχουν 7 ή 8 τέτοια σήμερα). Όμως σε καμμία περίπτωση η συμμετοχή στα ταμεία αυτά δεν μπορεί να είναι υποχρεωτική, δεν μπορεί να συνεπάγεται την υποχρεωτική επιβάρυνση των εργαζομένων ή των επιχειρηματιών με χρηματικές εισφορές πέραν της φορολογίας (σε αντιστοιχία με την παρούσα πρόταση η Δράση υποστηρίζει και την κατάργηση των ασφαλιστικών ταμείων υγείας και την παροχή των υπηρεσιών υγείας δωρεάν απ' ευθείας από το κράτος). Ο κανόνας, με άλλα λόγια, είναι: ο καθένας μπορεί να ξέρει ότι στα 67 του, όταν και κατά τεκμήριο δεν θα μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται, θα έχει ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Όποιος επιθυμεί να το αυξήσει διά των εισφορών του, έχει κάθε ευχέρεια να το κάνει. Μάλιστα, το κράτος μπορεί να είναι και αρωγός, υπό την έννοια ότι θα διασφαλίζει τον έλεγχο για τη βιωσιμότητα των ταμείων (απαιτώντας, εν ανάγκη, και την αντασφάλισή τους) και ότι οι εισφορές αυτές δεν πρόκειται να χαθούν.

Δημοσιονομικές συνέπειες; Το κόστος είναι περίπου 18 δισεκατομμύρια ευρώ το χρόνο. Ίσο με το ποσό, κατά το οποίο το κράτος ήδη επιχορηγεί σήμερα τα ασφαλιστικά ταμεία. Επομένως, δεν απαιτείται αύξηση των εσόδων, για να εξοικονομηθεί αυτή η δαπάνη. Αντιθέτως, καταργούνται τα ταμεία και το κόστος τους και, το σπουδαιότερο, καταργούνται οι εισφορές προς το ΙΚΑ και τα λοιπά ασφαλιστικά ταμεία, προσφέροντας μια τεράστια ανάσα στους επιχειρηματίες και τους επαγγελματίες και μειώνοντας κατά 30% - 40% το εργατικό κόστος, χωρίς οι ίδιοι οι εργαζόμενοι να υποστούν καμμία μείωση των μισθών που λαμβάνουν στο χέρι. Σε μία χώρα, όπου κρίθηκε ότι το εργατικό κόστος πρέπει να μειωθεί, προκειμένου να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα, μπορεί κανείς εύκολα ν' αντιληφθεί τη διαφορά που όλο θα αισθανθούν, χωρίς να θιγούν στο παραμικρό τα μισθολογικά των εργαζομένων - αντιθέτως, θα υπάρχει το περιθώριο για αυξήσεις στις αποδοχές τους.

Και πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι άνω του 75% των συντάξεων είναι κατώτερες των 700 ευρώ ανά μήνα. Έτσι, οι περισσότεροι συνταξιούχοι θα γνωρίσουν αύξηση των αποδοχών τους. Τι θα γίνει μ' αυτούς που έχουν δώσει εισφορές και έχουν θεμελιώσει δικαιώματα; Δεν θα είναι άδικο γι' αυτούς (και δεν εννοούμε τις ευνοημένες ομάδες του συστήματος); Γι' αυτούς θα μπορούν να υπάρχουν μεταβατικές λύσεις, με κάποια στοιχειώδη κεφαλαιοποίηση των εισφορών τους (μολονότι στην Ελλάδα το σύστημα δεν είναι κεφαλαιοποιητικό, αλλά καθαρά διανεμητικό), μέρος των οποίων με κάποιον τρόπο θα τους αποδοθεί. Υπάρχουν πολλοί τρόποι, για να μην υπάρξουν σε ένα μεταβατικό στάδιο αδικίες. Το τελικό αποτέλεσμα, όμως, θα είναι ένα κράτος που παίζει τον προνοιακό του ρόλο πολύ πιο αποτελεσματικά, απαλλάσσοντας την αγορά από την τεράστια γραφειοκρατία και τις αδικίες που προκαλεί το σημερινό, πολυδιασπασμένο ασφαλιστικό σύστημα. Η λύση αυτή κινείται πολύ κοντά στο ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, το οποίο υποστηρίζουν και πολλοί σημαντικοί φιλελεύθεροι διανοητές, αλλά έχει και ευρεία απήχηση και στους οπαδούς της σοσιαλδημοκρατίας. Η υιοθέτησή της θα μπορούσε να είναι από τις βασικές διαρθρωτικές αλλαγές που θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη.

Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

Αυτοκτονία, λάσπη και λαϊκισμός

Ένας 77χρονος συνταξιούχος φαρμακοποιός αυτοκτόνησε στο Σύνταγμα, αφήνοντας σημείωμα, στο οποίο αναπτύσσει ότι η αυτοκτονία του ήταν ο μόνος τρόπος, για να μην αφήσει χρέη στα παιδιά του - επειδή η κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου του εκμηδένισε το εισόδημα. Κανείς, βέβαια, δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος από την απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής και ειδικά υπό τις συνθήκες, υπό τις οποίες αυτή επήλθε. Ωστόσο, το ότι ο άνθρωπος αυτός επέλεξε ένα δραματικό τρόπο, για να διατρανώσει μια τραγωδία που ενδεχομένως βίωνε, δεν καθιστά λιγότερο ή περισσότερο σωστό, στην ουσία του, το σημείωμά του. Μ' όλα ταύτα, ο θάνατός του έγινε αφορμή για μία φοβερή έξαρση λαϊκισμού,  καθώς το περιεχόμενο του σημειώματός του εξελήφθη περίπου ως ιερά γραφή.

Ακόμη χειρότερα, ένας δημοσιογράφος κυκλοφόρησε στα κοινωνικά δίκτυα ένα σύνολο δηλώσεων γνωστών δημοσιογράφων, οι οποίες υποτίθεται ότι θα γίνονταν εν όψει της αυτοκτονίας - δηλώσεις που ειρωνεύονταν τον απολιπόντα. Και μάλιστα, στις περισσότερες περιπτώσεις οι δηλώσεις αυτές κυκλοφόρησαν, χωρίς να φαίνεται ότι είναι κατασκευασμένες, αλλά ωσάν να είχαν όντως προέλθει από τα στόματα των προσώπων, στα οποία αποδίδονται. Το μέγεθος του αποπροσανατολισμού ήταν τέτοιο, που οι δηλώσεις αυτές κυκλοφόρησαν ως πραγματικές ακόμη και στην εσωτερική λίστα επικοινωνίας των καθηγητών του Α.Π.Θ., ενώ και η κα. Άννα Παναγιωταρέα περιέβαλε με το δημοσιογραφικό της κύρος (;) τη γνησιότητά τους, αναρτώντας τες "χωρίς σχόλιο" στην προσωπική της σελίδα στο δίκτυο κοινωνικής δικτύωσης facebook (ενώ όταν της επισημάνθηκε η πλαστότητά τους αρκέσθηκε ν' αναφέρει ότι τις αναπαράγει από την εσωτερική λίστα επικοινωνίας των πανεπιστημιακών).

Η προεκλογική εκστρατεία, που δεν έχει ξεκινήσει επισήμως ακόμη, έχει ήδη προσλάβει άγριο χαρακτήρα - δεν τηρούνται κανόνες στοιχειώδους ευπρέπειας. Ο καθένας πετάει όποια συκοφαντία θέλει και, πολλές φορές, η συκοφαντία αυτή αναπαράγεται αυτούσια, χωρίς έλεγχο, επιτείνοντας μίση και πάθη. Εάν δεν επιδειχθεί η απαιτούμενη ψυχραιμία, η κλιμάκωση της αντιπαράθεσης αυτής μπορεί να οδηγήσει και στη φυσική βία. Αλλά επανέρχεται και ένα μόνιμο θέμα, που σχετίζεται και με την εύκολη επικράτηση του λαϊκισμού: οι φήμες διαδίδονται με ταχύτατο ρυθμό, επειδή πολλές φορές εμείς οι ίδιοι δεν κάνουμε τον κόπο να ελέγξουμε τις πηγές των πληροφοριών μας. Δεν μπαίνουμε στη διαδικασία της αμφισβήτησης. Όχι ότι πρέπει να αρνηθούμε τη "λεπίδα του Όκκαμ", αλλά και να ελέγχουμε λίγο ποιος είναι αυτός που έχει μεταδώσει μία είδηση δεν βλάπτει. Δυστυχώς οι σκοπιμότητες πίσω από τις φήμες είναι πολλές και όσοι έχουν χρησιμοποιήσει προς όφελός τους διαδοθείσες ψευδείς φήμες, μπορεί να είναι τα θύματα την επόμενη φορά. Θυμόμαστε ότι για μερικές ημέρες είχε διαδοθεί η ανυπόστατη φήμη, ότι η Δράση θα συμμαχούσε με τη Νέα Δημοκρατία. Δεδομένου του διαλόγου μεταξύ Δράσης και Δημοκρατικής Συμμαχίας για πιθανή εκλογική σύμπραξη την ίδια περίοδο, πολλοί έσπευσαν να μας αποδώσουν (ή, μάλλον, να αποδώσουν στον κ. Στέφανο Μάνο) κίνητρα ευκαιριακά. Να, όμως, που σήμερα διακινείται το αντίστροφο σενάριο (με βασιμότητα ανάλογη του προηγηθέντος): ότι η κα. Μπακογιάννη εμφανίζεται έτοιμη να επιστρέψει στη Νέα Δημοκρατία.

Περιττό ν' αναφερθεί ότι αυτά τα σενάρια αποπροσανατολίζουν κάθε συζήτηση για τα υπαρκτά προβλήματα του τόπου, που θα πρέπει να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση που θα προκύψει από τις προσεχείς εκλογές - και ανακόπτουν τη δυναμική κάθε σχήματος, εκτός του κατεστημένου. Διότι η προγραμματική συζήτηση είναι προνομιακό πεδίο για τους σχηματισμούς εκείνους, οι οποίοι διαθέτουν πραγματική μεταρρυθμιστική πρόταση. Τα ανυπόστατα κουτσομπολιά ενισχύουν αυτούς, που είναι απογυμνωμένοι από πολιτικά επιχειρήματα. Έτσι, η λύσσα με την οποία εκτοξεύονται διάφορες φήμες, είναι απολύτως ενδεικτική και της αγωνίας του κατεστημένου συστήματος να διατηρηθεί.